Για την υποψηφιότητά της στις βουλευτικές εκλογές μίλησε στην «Αυτοδιοίκηση Cy» η Κατερίνα Χατζηστυλλή, Αντιπρόεδρος Α΄ του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου.
Μεταξύ άλλων, κάνει αναφορά στην εμπειρία που έχει αποκομίσει από τη συμμετοχή της στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, τονίζοντας ότι η καθημερινή επαφή με τα ζητήματα των πολιτών και η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων της επιτρέπουν να έχει σαφή εικόνα για το πώς εφαρμόζονται οι πολιτικές στην πράξη.
Παράλληλα, σε σχέση με τη λειτουργία των νέων δήμων, επισημαίνει την ανάγκη ύπαρξης ενός σταθερού πλαισίου δημοσιονομικής αποκέντρωσης, σημειώνοντας ότι η εξάρτηση από κρατικές μεταβιβάσεις δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και δυσχεραίνει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Αναφερόμενη στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης, εξηγεί ότι στην πράξη προκύπτουν δυσκολίες που επηρεάζουν την αποτελεσματική αντιμετώπιση ζητημάτων. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα φέρνει το κυκλοφοριακό και τον σχεδιασμό της αστικής κινητικότητας στον Δήμο Στροβόλου, όπου οι δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης από πλευράς Δήμου, όπως αναφέρει, είναι περιορισμένες.
Σε ό,τι αφορά το νομοθετικό επίπεδο, υποδεικνύει ότι μια πρώτη πρωτοβουλία θα αφορούσε τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου δημοσιονομικής αυτοτέλειας και λειτουργίας των δήμων, τονίζοντας ότι η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη ενίσχυση των αναγκαίων οικονομικών και θεσμικών εργαλείων.
Όσα αναφέρει αναλυτικά, στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Ποια είναι η κύρια αρμοδιότητα του Δημοτικού Συμβούλου που μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εφόδιο για το νομοθετικό έργο στη Βουλή;
Η κύρια αρμοδιότητα του Δημοτικού Συμβούλου, η οποία μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εφόδιο για την άσκηση νομοθετικού έργου σε εθνικό επίπεδο, είναι η συμμετοχή στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων για τη ρύθμιση τοπικών υποθέσεων, στο πλαίσιο ενός θεσμικά κατοχυρωμένου συστήματος πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Ο Δημοτικός Σύμβουλος καλείται να αξιολογεί πολιτικές επιλογές με βάση εμπειρικά δεδομένα, κοινωνικές ανάγκες και περιβαλλοντικές παραμέτρους, λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και των θεσμών.
Η εμπειρία αυτή καλλιεργεί δεξιότητες κρίσιμες για το νομοθετικό έργο: κατανόηση της εφαρμογής των πολιτικών στην πράξη, ικανότητα στάθμισης αντικρουόμενων συμφερόντων, καθώς και εξοικείωση με διαδικασίες διαβούλευσης και συμμετοχικής δημοκρατίας. Ιδίως σε έναν Δήμο όπως ο Στρόβολος, όπου αναδεικνύονται σύνθετα ζητήματα βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής διαχείρισης και κοινωνικής συνοχής, ο ρόλος του Δημοτικού Συμβούλου υπερβαίνει τη διαχειριστική διάσταση και αποκτά σαφή πολιτικο-θεσμικό χαρακτήρα.
Επιπροσθέτως, η εγγύτητα προς τον πολίτη επιτρέπει τη συστηματική καταγραφή και ερμηνεία των κοινωνικών αναγκών σε μικρο-επίπεδο, παρέχοντας πολύτιμη εμπειρική γνώση για τον σχεδιασμό πολιτικών. Η μεταφορά αυτής της γνώσης στο επίπεδο της Βουλής ενισχύει την τεκμηρίωση, την εφαρμοσιμότητα και τη νομιμοποιητική βάση της νομοθέτησης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πολιτικών που είναι ταυτόχρονα αποτελεσματικές, κοινωνικά δίκαιες και περιβαλλοντικά βιώσιμες.
Συνεπώς, η θεσμική εμπειρία της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν αποτελεί απλώς προπαρασκευαστικό στάδιο, αλλά ουσιώδη πυλώνα για την παραγωγή αποτελεσματικών και κοινωνικά νομιμοποιημένων νομοθετικών πολιτικών, ιδίως σε ένα σύγχρονο πλαίσιο που απαιτεί συνέργεια μεταξύ τοπικού και εθνικού επιπέδου διακυβέρνησης.
Με την ιδιότητά σας ως Δημοτική Σύμβουλος, ποιες θεσμικές αδυναμίες έχετε εντοπίσει που χρήζουν άμεσης νομοθετικής ρύθμισης από τη Βουλή, ώστε οι νέοι δήμοι να καταστούν οικονομικά βιώσιμοι και ουσιαστικά ωφέλιμοι για τον πολίτη;
Με την ιδιότητα της Δημοτικής Συμβούλου, αναδεικνύονται με σαφήνεια ορισμένες δομικές και θεσμικές αδυναμίες του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίες υπονομεύουν την οικονομική βιωσιμότητα των νέων δήμων και περιορίζουν την αποτελεσματικότητά τους προς όφελος του πολίτη. Πρώτιστα, διαπιστώνεται η απουσία ενός σταθερού και επαρκώς προβλέψιμου πλαισίου δημοσιονομικής αποκέντρωσης. Η εξάρτηση των δήμων από κρατικές μεταβιβάσεις, χωρίς σαφώς καθορισμένους και θεσμικά κατοχυρωμένους πόρους, δημιουργεί συνθήκες δημοσιονομικής αβεβαιότητας και περιορίζει τον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό.
Παράλληλα, παρατηρείται θεσμική ασάφεια ως προς την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης, γεγονός που οδηγεί σε επικαλύψεις, διοικητικές καθυστερήσεις και κατακερματισμό της ευθύνης. Η έλλειψη σαφούς οριοθέτησης αρμοδιοτήτων υπονομεύει την αρχή της επικουρικότητας και δυσχεραίνει την αποδοτική παροχή υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η απουσία ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη, το οποίο να ενσωματώνει υποχρεωτικά περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια στον σχεδιασμό πολιτικών σε τοπικό επίπεδο. Η μη θεσμοθετημένη ενσωμάτωση της βιωσιμότητας οδηγεί συχνά σε αποσπασματικές και βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις.
Καθίσταται, συνεπώς, αναγκαία μια συνεκτική νομοθετική μεταρρύθμιση που θα ενισχύει τη δημοσιονομική αυτοτέλεια των δήμων, θα αποσαφηνίζει το κανονιστικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων, θα θεσμοθετεί μηχανισμούς διαφάνειας και αξιολόγησης, και θα ενσωματώνει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις οι νέοι δήμοι μπορούν να καταστούν λειτουργικά αποδοτικοί, οικονομικά βιώσιμοι και ουσιαστικά ανταποδοτικοί προς τον πολίτη.
Ποιο συγκεκριμένο πρόβλημα που αντιμετωπίσατε στο Δημοτικό Συμβούλιο Στροβόλου σάς έκανε να διαπιστώσετε ότι η λύση δεν βρίσκεται στον Δήμο, αλλά στη νομοθεσία της Βουλής;
Ένα από τα πλέον ενδεικτικά παραδείγματα που ανέδειξαν τα θεσμικά όρια της τοπικής αυτοδιοίκησης αφορά τη διαχείριση του κυκλοφοριακού και τον σχεδιασμό της αστικής κινητικότητας στον Δήμο Στροβόλου. Ως Δημοτικό Συμβούλιο, κληθήκαμε επανειλημμένα να εξετάσουμε ζητήματα που σχετίζονται με τη συμφόρηση, την οδική ασφάλεια και την ανάγκη προώθησης βιώσιμων μορφών μετακίνησης. Ωστόσο, παρά τη σαφή βούληση για παρεμβάσεις, διαπιστώθηκε ότι οι δυνατότητες ουσιαστικής δράσης του Δήμου είναι περιορισμένες.
Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο διατηρεί κρίσιμες αρμοδιότητες –όπως ο σχεδιασμός βασικών οδικών αξόνων, η ρύθμιση της κυκλοφορίας και η ανάπτυξη δημόσιων συγκοινωνιών– σε κεντρικό επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, οι τοπικές αρχές συχνά περιορίζονται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις μικρής κλίμακας, χωρίς τη δυνατότητα ολοκληρωμένου σχεδιασμού. Ακόμη και όταν εντοπίζονται τεκμηριωμένα προβλήματα σε συγκεκριμένες περιοχές, ο Δήμος δεν διαθέτει την απαιτούμενη θεσμική αρμοδιότητα για να υλοποιήσει δομικές λύσεις.
Η εμπειρία αυτή ανέδειξε με σαφήνεια ότι το ζήτημα δεν είναι διαχειριστικό, αλλά θεσμικό. Η αποσπασματική κατανομή αρμοδιοτήτων υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και καθιστά δυσχερή την εφαρμογή ολοκληρωμένων στρατηγικών βιώσιμης κινητικότητας, οι οποίες αποτελούν πλέον ευρωπαϊκή προτεραιότητα.
Παράλληλα, καθίσταται εμφανής η ανάγκη θεσμοθέτησης εργαλείων που να επιτρέπουν στους δήμους να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν πολιτικές που συνδέουν το κυκλοφοριακό με το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ποιότητα ζωής, στο πλαίσιο μιας ολιστικής προσέγγισης της αστικής ανάπτυξης.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα αποτέλεσε για εμένα σαφή ένδειξη ότι κρίσιμα ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών δεν μπορούν να επιλυθούν σε τοπικό επίπεδο χωρίς ουσιαστική ανακατανομή αρμοδιοτήτων μέσω της νομοθεσίας. Η Βουλή καλείται να διαμορφώσει ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύει τον ρόλο των δήμων, καθιστώντας τους πραγματικούς φορείς σχεδιασμού βιώσιμων και λειτουργικών πόλεων.
Ποιο θα ήταν, σε περίπτωση εκλογής σας, το πρώτο νομοσχέδιο που θα καταθέτατε στη Βουλή με στόχο την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Εάν καλούμουν να ιεραρχήσω μια πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αυτή θα αφορούσε την κατάρτιση και ψήφιση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου δημοσιονομικής αυτοτέλειας και βιώσιμης λειτουργίας των δήμων. Η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης δημιούργησε νέες, διευρυμένες διοικητικές οντότητες, χωρίς όμως να συνοδευτεί επαρκώς από αντίστοιχη ενίσχυση των οικονομικών και θεσμικών τους εργαλείων.
Κεντρικός άξονας του νομοσχεδίου θα ήταν η θεσμική κατοχύρωση σταθερών και προβλέψιμων πηγών εσόδων για τους δήμους, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και η αποφυγή δημοσιονομικής αστάθειας. Παράλληλα, θα εισαγόταν ένα σύγχρονο πλαίσιο κοστολόγησης δημοτικών υπηρεσιών, το οποίο θα συνδέει άμεσα το κόστος με τη χρήση, ενισχύοντας τόσο τη διαφάνεια όσο και την περιβαλλοντική υπευθυνότητα.
Επιπλέον, το νομοσχέδιο θα περιλάμβανε τη δημιουργία μηχανισμών οικονομικής εξισορρόπησης μεταξύ δήμων, ώστε να αντιμετωπίζονται οι ανισότητες που προκύπτουν από διαφοροποιήσεις στη φορολογική βάση ή στα γεωγραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Η εμπειρία ευρωπαϊκών χωρών καταδεικνύει ότι τέτοιοι μηχανισμοί αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της τοπικής διακυβέρνησης.
Ιδιαίτερη έμφαση θα δινόταν και στη θεσμοθέτηση υποχρεωτικών κριτηρίων βιωσιμότητας στη δημοσιονομική και αναπτυξιακή πολιτική των δήμων, ώστε οι τοπικές αρχές να λειτουργούν ως πυλώνες της πράσινης μετάβασης και της ανθεκτικότητας των πόλεων.
Η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν συνιστά απλώς μια οικονομική ρύθμιση, αλλά μια βαθύτερη θεσμική τομή, που αποσκοπεί στη μετάβαση από ένα μοντέλο εξάρτησης σε ένα μοντέλο ενδυναμωμένης, υπεύθυνης και βιώσιμης τοπικής διακυβέρνησης, προς όφελος του πολίτη και της κοινωνίας συνολικά.












