Η πρόσφατη δυσάρεστη είδηση θανάτου εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, έπειτα από έντονα περιστατικά εκφοβισμού και πίεσης που φέρεται να δέχθηκε από μαθητές/μαθήτριες, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα σοβαρό ζήτημα: την αυξανόμενη έλλειψη σεβασμού προς τους εκπαιδευτικούς στο σύγχρονο σχολείο. Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι η απόδοση ευθυνών σε συγκεκριμένες πλευρές, αλλά η ανάδειξη ενός φαινομένου που απασχολεί καθημερινά την εκπαιδευτική κοινότητα.
Η παραβατική και αντικοινωνική συμπεριφορά δεν εμφανίζεται ξαφνικά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συχνά ξεκινά ήδη από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου και κορυφώνεται στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Σε αυτή την ηλικία πολλοί μαθητές έρχονται αντιμέτωποι με προκλήσεις και εμπειρίες που ξεπερνούν τα όρια του σχολικού περιβάλλοντος. Η βία, η ένταση και η έλλειψη ορίων που παρατηρούνται σε ορισμένες οικογένειες ή κοινωνικούς χώρους συχνά μεταφέρονται και στην τάξη.
Δεν είναι λίγοι οι έφηβοι που βιώνουν από νωρίς την απόρριψη, είτε από το οικογενειακό τους περιβάλλον είτε από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Η αποτυχία σε ανταγωνιστικά πλαίσια, όπως στον αθλητισμό ή στις κοινωνικές σχέσεις, μπορεί να δημιουργήσει αισθήματα ανεπάρκειας. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά τα αισθήματα μετατρέπονται σε επιθετική ή προκλητική συμπεριφορά μέσα στο σχολείο, ως ένας τρόπος διεκδίκησης προσοχής και αποδοχής από τους συνομηλίκους.
Η στάση αυτή συχνά έχει τις ρίζες της στην απουσία σαφών ορίων στο οικογενειακό περιβάλλον. Όταν τα παιδιά δεν μαθαίνουν να σέβονται κανόνες και όρια, είναι πιθανό να επιχειρήσουν να επιβληθούν είτε σε πιο αδύναμους συμμαθητές/ιες είτε στον ίδιο τον εκπαιδευτικό μέσα στην τάξη. Ακόμη και οι πιο έμπειροι και άρτια καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με καταστάσεις που δεν μπορούν εύκολα να ελέγξουν, καθώς ο στόχος ορισμένων μαθητών/μαθητριών δεν είναι η μάθηση, αλλά η πρόκληση και η εντυπωσιοθηρία.
Στην επιβολή αυτού του κλίματος συμβάλλει, πολλές φορές άθελά της, και η σιωπή των υπολοίπων μαθητών/μαθητριών. Οι μαθητές/μαθήτριες που επιθυμούν να παρακολουθήσουν το μάθημα συχνά αποφεύγουν να καταγγείλουν περιστατικά βίας ή παρενόχλησης, φοβούμενοι ότι θα χαρακτηριστούν «χαφιέδες» ή «προδότες» από τους συμμαθητές/ιες τους. Η κουλτούρα της σιωπής δυσχεραίνει σημαντικά την προσπάθεια των εκπαιδευτικών να εντοπίσουν και να αντιμετωπίσουν περιστατικά εκφοβισμού.
Το πρόβλημα εντείνεται και από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υβριστικά σχόλια, ειρωνείες και απαξιωτικές αναρτήσεις για εκπαιδευτικούς διαδίδονται με ταχύτητα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον δημόσιας υπονόμευσης του κύρους τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ενήλικες γονείς ή άλλοι χρήστες συμμετέχουν σε αυτόν τον δημόσιο λόγο απαξίωσης, αναπαράγοντας στερεότυπα όπως ότι «οι εκπαιδευτικοί πληρώνονται καλά, δουλεύουν λίγο και έχουν μεγάλες διακοπές». Όταν οι μαθητές/μαθήτριες εκτίθενται συστηματικά σε τέτοιες αντιλήψεις, είναι φυσικό να διαμορφώνουν ανάλογες στάσεις απέναντι στο σχολείο και στους εκπαιδευτικούς.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη σε μη εξεταζόμενα μαθήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αρκετοί/ές μαθητές/μαθήτριες δηλώνουν ανοιχτά ότι δεν ενδιαφέρονται για το μάθημα, υποστηρίζοντας ότι προτιμούν τα ιδιωτικά φροντιστήρια. Η στάση αυτή υπονομεύει την εκπαιδευτική διαδικασία και δημιουργεί ένα κλίμα απαξίωσης απέναντι σε ολόκληρα γνωστικά αντικείμενα.
Ωστόσο, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί και αυτοκριτική από την πλευρά της εκπαιδευτικής κοινότητας. Οι εκπαιδευτικοί, όπως δικαίως ζητούν σεβασμό, οφείλουν παράλληλα να κατανοούν τις δυσκολίες της σύγχρονης νεολαίας. Η λεγόμενη «Γενιά Α», που μεγάλωσε με την τεχνολογία και τις οθόνες, είναι συνηθισμένη σε συνεχή ερεθίσματα και ταχύτητα πληροφορίας, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη μάθηση.
Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού παραμένει βαθιά κοινωνικό και ουσιαστικό. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας J. K. Freud, «Οι μαθητές δεν υπακούουν σε κάποιον που δεν σέβονται». Όταν ο σεβασμός απουσιάζει και τα όρια δεν είναι σαφή, ο εκπαιδευτικός κινδυνεύει να χάσει την παιδαγωγική του επιρροή μέσα στην τάξη.
Η αποκατάσταση του σεβασμού προς τους εκπαιδευτικούς δεν αποτελεί ευθύνη μόνο του σχολείου. Είναι μια συλλογική ευθύνη της οικογένειας, της κοινωνίας και της πολιτείας. Μόνο μέσα από κοινή προσπάθεια μπορεί το σχολείο να επανακτήσει τον παιδαγωγικό του ρόλο και να παραμείνει χώρος μάθησης, ασφάλειας και αμοιβαίου σεβασμού.
Άντρος Γ. Καραγιάννης, τέως Δήμαρχος Δερύνειας
Καθηγητής Αγγλικών με Σύμβαση, Γυμνάσιο Νεάπολης Λεμεσού












