Η απαξίωση της πολιτικής δεν αποτελεί ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης που διαπερνά τις σύγχρονες δημοκρατίες. Η κρίση αυτή δεν γεννήθηκε από μόνη της αλλά είναι το αποτέλεσμα χρόνιων παθογενειών, όπως η αδιαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας, η διαφθορά και η απομάκρυνση της πολιτικής από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν γνωρίζουν ποιος αποφασίζει, πώς και γιατί, τότε η πολιτική παύει να νοείται ως συλλογική διαδικασία και μετατρέπεται σε έναν ξένο, σχεδόν εχθρικό μηχανισμό.
Η μη διαφάνεια αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους απαξίωσης. Αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς επαρκή ενημέρωση, νομοθετήματα με ασαφές περιεχόμενο και διαδικασίες που δεν επιτρέπουν ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο δημιουργούν την εντύπωση ότι η πολιτική εξυπηρετεί λίγους και ισχυρούς. Σε αυτό το περιβάλλον, η διαφθορά, είτε εμφανής είτε συγκαλυμμένη, λειτουργεί διαλυτικά. Πελατειακές σχέσεις, εξυπηρετήσεις ημετέρων και ανοχή σε παραβιάσεις του νόμου υπονομεύουν την ίδια τη βάση του κράτους δικαίου και της χρηστής διοίκησης και καλλιεργούν την αίσθηση αδικίας.
Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση μιας απολιτικής κουλτούρας. Οι πολίτες απογοητεύονται, αποσύρονται από τον δημόσιο διάλογο και συχνά καταφεύγουν στην αποχή ή στη στήριξη λαϊκιστικών και αντισυστημικών επιλογών. Πρόσωπα χωρίς σαφείς θέσεις, χωρίς γνώση και χωρίς ρεαλιστικές προτάσεις εμφανίζονται ως «αντισυμβατικές» λύσεις, εκμεταλλευόμενα την οργή και την απογοήτευση. Όμως, αυτές οι επιλογές δεν θεραπεύουν το πρόβλημα. Αντίθετα, το βαθαίνουν, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τη δημοκρατική λειτουργία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη των πολιτών είναι καθοριστική. Η δημοκρατία δεν επιτρέπει την εύκολη γενίκευση ότι «όλοι είναι ίδιοι». Αντίθετα, απαιτεί ενεργούς πολίτες που αναζητούν, αξιολογούν και στηρίζουν πολιτικούς με σαφείς θέσεις, τεκμηριωμένες προτάσεις και αποδεδειγμένη επάρκεια. Είναι καθήκον των πολιτών να ξεχωρίζουν εκείνους που λειτουργούν με διαφάνεια, που μιλούν καθαρά, που δεν φοβούνται τον έλεγχο και που αποδεικνύουν στην πράξη ότι υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και όχι ιδιωτικές σκοπιμότητες.
Ωστόσο, εξίσου κρίσιμος είναι και ο ρόλος των ίδιων των πολιτικών. Η πολιτική δεν μπορεί να ασκείται ευκαιριακά ή κυνικά. Οφείλει να στηρίζεται σε αξίες και αρχές, όπως αυτές του σεβασμού του κράτους δικαίου, της νομιμότητας, της εξωστρέφειας, της θεσμικής τάξης και της δημοκρατικής λογοδοσίας. Οι πολιτικοί οφείλουν να είναι διαφανείς στις πράξεις τους, να εξηγούν τις αποφάσεις τους, να αποδέχονται τον έλεγχο και να λειτουργούν χωρίς προκαταλήψεις, με αντικειμενικότητα και αίσθημα δικαιοσύνης.
Παράλληλα, η πολιτική απαιτεί γνώση και σοβαρότητα. Οι γενικόλογες υποσχέσεις και ο εύκολος λόγος δεν αρκούν. Απαιτούνται συγκεκριμένες, ρεαλιστικές και κοστολογημένες προτάσεις, βασισμένες σε δεδομένα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ο πολιτικός που σέβεται τον ρόλο του δεν επενδύει στον φόβο ή στον θυμό, αλλά στον διάλογο, στην τεκμηρίωση και στη σύνθεση. Η αναβάθμιση της πολιτικής ζωής προϋποθέτει αυτή τη διπλή ευθύνη: πολιτικούς με αξίες, διαφάνεια και επάρκεια, και πολίτες ενεργούς, κριτικούς και απαιτητικούς. Μόνο μέσα από αυτή τη σχέση αμοιβαίας ευθύνης μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, να περιοριστεί η απολιτική κουλτούρα και να υπηρετηθεί ουσιαστικά το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.









