Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά τις έντονες συζητήσεις που προκάλεσε η ψήφιση των κανονισμών για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στην Κύπρο, αναδύεται με μεγαλύτερη σαφήνεια ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα: η σταδιακή αποδυνάμωση του σεβασμού προς τον εκπαιδευτικό θεσμό και τους λειτουργούς του.
Η σχολική πραγματικότητα του 21ου αιώνα διαφέρει ριζικά από εκείνη προηγούμενων δεκαετιών. Ο εκπαιδευτικός δεν λειτουργεί πλέον σε ένα πλαίσιο αυτονόητης αυθεντίας, αλλά καλείται να διαχειριστεί πολυπληθείς τάξεις, ετερογενείς μαθητικούς πληθυσμούς, αυξημένες κοινωνικές προσδοκίες και συχνά αντικρουόμενα μηνύματα από την οικογένεια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Σε αυτό το περιβάλλον, σημαντικό μέρος του διδακτικού χρόνου αναλώνεται όχι στη διδασκαλία, αλλά στη διαχείριση συμπεριφορών, στην επιβολή βασικών κανόνων και στην προσπάθεια διατήρησης στοιχειώδους ηρεμίας στην τάξη.
Οι καιροί έχουν πραγματικά αλλάξει στην εκπαίδευση και προδιαγράφονται ζοφεροί, αν δεν επέλθει η ηρεμία και ο έλεγχος της τάξης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου μαθητές/ριες αρνούνται συστηματικά να συνεργαστούν, να συμμορφωθούν με απλές υποδείξεις ή να σεβαστούν τη μαθησιακή διαδικασία, χωρίς να αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στις προβλεπόμενες παιδαγωγικές κυρώσεις. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλουστευτικά ως «ατομική απειθαρχία», αλλά συνδέεται με ευρύτερες κοινωνικές μεταβολές, όπως η υποτίμηση της γνώσης, η υπερέκθεση στην ψηφιακή πληροφορία και η αποδυνάμωση των συλλογικών κανόνων.
Ταυτόχρονα, η απαξίωση του εκπαιδευτικού έργου ενισχύεται και από δημόσιες αφηγήσεις που συχνά παρουσιάζουν τον εκπαιδευτικό ως μέρος του προβλήματος και όχι ως κρίσιμο συντελεστή της λύσης. Η συνεχής αμφισβήτηση της επαγγελματικής του επάρκειας, η στοχοποίηση μέσω γενικεύσεων και η απουσία θεσμικής στήριξης δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας και επαγγελματικής κόπωσης. Αυτό, αναπόφευκτα, επηρεάζει τη δυναμική της τάξης και τη σχέση μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητή/ριας.
Ωστόσο, μια επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση οφείλει να αναγνωρίσει ότι και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί φέρουν μερίδιο ευθύνης. Η παιδαγωγική επάρκεια, η συνεχής επιμόρφωση, η καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης και η προσαρμογή στις σύγχρονες ανάγκες των μαθητών αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία του ρόλου τους. Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται, αλλά οικοδομείται μέσα από συνέπεια, δικαιοσύνη, επαγγελματισμό, παιδαγωγική ευαισθησία, διάλογο με απώτερο στόχο την ενίσχυση της κριτικής σκέψης και της επαφής των εμπλεκομένων με την κοινωνική πραγματικότητα.
Η ενίσχυση του κύρους των εκπαιδευτικών δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικά μέτρα ή επιβολές «από τα πάνω προς τα κάτω». Απαιτεί συλλογική προσπάθεια, δηλαδή συνεργασία σχολείου, οικογένειας, πολιτείας και κοινωνίας των πολιτών. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι όργανα της τάξης, αλλά η τάξη είναι ο χώρος για να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους χωρίς φασαρία, προσκόμματα και απειλές.
Διεθνείς έρευνες και εκπαιδευτικά μοντέλα από χώρες με υψηλές επιδόσεις καταδεικνύουν ότι η αυτονομία του εκπαιδευτικού, η θεσμική εμπιστοσύνη και η καλλιέργεια κουλτούρας σεβασμού αποτελούν βασικούς πυλώνες επιτυχημένων εκπαιδευτικών συστημάτων.
Η Κύπρος διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και διεθνή εμπειρία. Αν όλοι οι εμπλεκόμενοι εργαστούν συντονισμένα, μπορεί να αποκατασταθεί ο χαμένος σεβασμός και να αναβαθμιστεί ουσιαστικά το κύρος των εκπαιδευτικών εκεί όπου πραγματικά ανήκει, στον πυρήνα της κοινωνικής και πνευματικής ανάπτυξης ενισχύοντας το αίσθημα του «ανήκειν» και της ενσυναίσθησης.
Σε αυτή την προσπάθεια δεν περιττεύει κανείς. Όπως εύστοχα υπενθυμίζει η παιδαγωγική βιβλιογραφία και οι συγγραφείς του βιβλίου “The Management of Student Teacher’s Learning”, McIntyre, Hagger και Burn, “It takes a village to raise a child!”, «χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό, για να μεγαλώσει ένα παιδί». Το ίδιο ισχύει και για την εκπαίδευση.
Άντρος Γ. Καραγιάννης, τέως Δήμαρχος Δερύνειας
Καθηγητής Αγγλικών με Σύμβαση, Γυμνάσιο Νεάπολης Λεμεσού











