Αντιμέτωπη με μια δύσκολη πραγματικότητα βρίσκεται η Γερμασόγεια, καθώς προειδοποιητικές πινακίδες τοποθετούνται σε οικοδομές που κρίθηκαν επικίνδυνες, στον απόηχο του τραγικού περιστατικού του περασμένου Σαββάτου. Οι ανακοινώσεις με τη σαφή οδηγία «ΚΙΝΔΥΝΟΣ – ΜΗΝ ΕΙΣΕΡΧΕΣΤΕ» όπως φαίνεται αποσκοπούν στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, ωστόσο αναδεικνύουν ταυτόχρονα σοβαρά πρακτικά ζητήματα για τους ενοίκους.
Το θέμα ανέδειξε με δημόσια τοποθέτησή του ο Αντιδήμαρχος Γερμασόγειας, Χρίστος Παπαμιχαήλ, ο οποίος επισημαίνει ότι, παρά την ορθότητα του μέτρου, το κρίσιμο ερώτημα αφορά την εφαρμογή των διαδικασιών στην πράξη. Όπως σημειώνει, οι αρμόδιοι φορείς κάνουν λόγο για διαθέσιμα εργαλεία και θεσμικό πλαίσιο, ωστόσο παραμένει ασαφές κατά πόσο αυτά μπορούν να ενεργοποιηθούν άμεσα και αποτελεσματικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ήδη δέχεται τηλεφωνήματα από κατοίκους που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αιφνίδια πραγματικότητα: την ανάγκη εγκατάλειψης των κατοικιών τους χωρίς σαφή εναλλακτική. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι περιπτώσεις ηλικιωμένων πολιτών που ζουν μόνοι. «Ένας 80χρονος με ρώτησε: “Γιε μου, εγώ που θα πάω;”», αναφέρει χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας το ανθρώπινο πρόσωπο της κατάστασης.
—
Μετά το τραγικό συμβάν του περασμένου Σαββάτου, έχουν τοποθετηθεί σε πολυκατοικίες στη Γερμασόγεια ανακοινώσεις που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες οικοδομές ως επικίνδυνες, με οδηγία:
«ΚΙΝΔΥΝΟΣ – ΜΗΝ ΕΙΣΕΡΧΕΣΤΕ».
Και ορθά. Η ανθρώπινη ζωή είναι πάνω απ’ όλα.
Όμως εδώ προκύπτει ένα ουσιαστικό ερώτημα:
Τι γίνεται στην πράξη;
Ακούμε δηλώσεις από τον αρμόδιο Υπουργό και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εσωτερικών ότι υπάρχουν εργαλεία και διαδικασίες.
Το ερώτημα όμως είναι απλό:
α) Μπορούν αυτά να εφαρμοστούν άμεσα;
β) Υπάρχει μηχανισμός που να λειτουργεί στην πράξη;
Ως Αντιδήμαρχος Γερμασόγειας, δέχομαι ήδη τηλεφωνήματα από συμπολίτες μας.
Άνθρωποι ηλικιωμένοι, μόνοι, που βρίσκονται ξαφνικά μπροστά σε μια κόλλα στην πόρτα τους.
Ένας 80χρονος με ρώτησε:
«Γιε μου, εγώ που θα πάω;»
Και δεν είναι θεωρητικό το ερώτημα. Είναι απολύτως πραγματικό.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η διαπίστωση του κινδύνου.
Είναι τι προβλέπει και κυρίως τι εξασφαλίζει το κράτος για αυτούς τους ανθρώπους.
Υπάρχει ξεκάθαρο πλαίσιο για άμεση μετεγκατάσταση;
Υπάρχει στήριξη;
Υπάρχει συντονισμός υπηρεσιών;
Ή περιοριζόμαστε σε διαπιστώσεις και δηλώσεις;
Δεν είναι ώρα για ευθύνες σε επίπεδο εντυπώσεων.
Είναι ώρα να δούμε αν το νομοθετικό πλαίσιο που έχουμε μπορεί πραγματικά να εφαρμοστεί και να προστατεύσει τους πολίτες.
Γιατί στην πράξη, η ασφάλεια δεν είναι ανακοίνωση.
Είναι λύση.