Από τα σχολικά λεωφορεία που ελέγχθηκαν παγκύπρια σε Δημόσια Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου (ΚΕΜΟ), το 35% κρίθηκε ακατάλληλο, παρά το γεγονός ότι το 19% από αυτά είχαν πρόσφατα επιτύχει σε έλεγχο από Ιδιωτικά Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (ΙΚΤΕΟ), αναφέρει σε έκθεσή της η Ελεγκτική Υπηρεσία.
Στην Επαρχία Λευκωσίας, το ποσοστό των λεωφορείων που κρίθηκαν ακατάλληλα είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει καλύτερη συντήρηση των οχημάτων ή αποτελεσματικότερη προετοιμασία πριν τον τεχνικό έλεγχο, σύμφωνα με την Υπηρεσία. Ιδιαίτερα στην Αμμόχωστο, παρατηρείται υψηλό ποσοστό αποτυχίας (76%), παρότι ο αριθμός των ελεγμένων λεωφορείων ήταν περιορισμένος οπότε η εικόνα βαθμού αποτυχίας ενδεχομένως να μην είναι τόσο αντιπροσωπευτική. Αντίστοιχα, στις επαρχίες Λάρνακας και Πάφου, τα ποσοστά αποτυχίας ανέρχονται σε 47% και στην Επαρχία Λεμεσού στο 39% επί του συνόλου των ελεγμένων οχημάτων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η τεχνική καταλληλότητα των λεωφορείων αποτελεί ζήτημα που χρήζει περαιτέρω προσοχής και λήψης κατάλληλων μέτρων.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι δημόσιες επιβατικές μεταφορές με τακτικές γραμμές λεωφορείων στην Κύπρο ανατέθηκαν, μετά από διαγωνισμό, σε έξι Αναδόχους, οι οποίοι εξυπηρετούν, αντίστοιχα, τις πέντε επαρχίες καθώς και τις διαστικές διαδρομές. Για την κάλυψη των αναγκών της μαθητικής υπηρεσίας απασχολούνται πέραν των 600 λεωφορείων παγκύπρια, γεγονός που, σύμφωνα με την ΕΥ, καθιστά αναγκαία τη συνεχή εποπτεία και τον συστηματικό έλεγχο της τεχνικής κατάστασης των μαθητικών λεωφορείων.
Σημειώνεται ότι, για αρκετά λεωφορεία που απέτυχαν στον πρώτο τεχνικό έλεγχο, οι Ανάδοχοι προέβησαν στις απαιτούμενες επιδιορθώσεις και τα λεωφορεία επανυποβλήθηκαν σε έλεγχο στα Επαρχιακά Γραφεία του ΤΟΜ, όπου και κρίθηκαν πλέον κατάλληλα.
“Η ασφάλεια των μαθητών κατά τη μεταφορά τους με σχολικά λεωφορεία δεν αποτελεί απλώς διοικητική ή συμβατική υποχρέωση, αλλά θεμελιώδη ευθύνη του κράτους, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προστασία της ανθρώπινης ζωής και τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος”, αναφέρει στον πρόλογο της έκθεσης ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, σημειώνοντας ότι τα ευρήματα της ΕΥ “δεν αναδεικνύουν μεμονωμένες αστοχίες, αλλά ανησυχητικές ενδείξεις συστημικής μη συμμόρφωσης”.
Παράλληλα, σημειώνει ότι το 53% του συνόλου των σχολικών λεωφορείων δεν προσήλθε στον υποχρεωτικό έκτακτο τεχνικό έλεγχο στα ΚΕΜΟ μέχρι την προβλεπόμενη ημερομηνία, κατά παράβαση ρητών οδηγιών του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων και από το 47% των σχολικών λεωφορείων που προσήλθαν για έλεγχο, το 14% δεν διέθετε πιστοποιητικά ΙΚΤΕΟ (όχι παλαιότερα των τριών μηνών) σύμφωνα με τις οδηγίες του ΥΜΕΕ.
Συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο ποσοστό λεωφορείων με πιστοποιητικό τεχνικού ελέγχου πέραν του τριμήνου καταγράφεται στη Λεμεσό (22%). Στις Επαρχίες Αμμοχώστου και Πάφου, παρόλο που σε απόλυτους αριθμούς οι περιπτώσεις είναι λίγες, τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 19% και 13% επί του συνόλου των λεωφορείων που προσήλθαν για έλεγχο, ποσοστά τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέα.
Σύμφωνα με τον Γενικό Ελεγκτή, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι σχολικά λεωφορεία, τα οποία είχαν προηγουμένως κριθεί ως ακατάλληλα, συνέχισαν να εκτελούν δρομολόγια μεταφοράς μαθητών, χωρίς να διαθέτουν σε ισχύ το απαιτούμενο πιστοποιητικό καταλληλότητας.
“Η επιλεκτική ή πλημμελής εφαρμογή των όρων, προδιαγραφών και υποχρεώσεων που θέτει το κράτος υπονομεύει την αξιοπιστία του κράτους δικαίου, αποδυναμώνει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της νομοθεσίας και δημιουργεί περιβάλλον ατιμωρησίας, όπου η συμμόρφωση τείνει να καθίσταται προαιρετική”, υπογραμμίζει ο Γενικός Ελεγκτής, σημειώνοντας ότι η αποτελεσματική εποπτεία προϋποθέτει όχι μόνο τη θέσπιση κανόνων, αλλά και την αυστηρή και αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή τους, με άμεσες και ουσιαστικές συνέπειες σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται μη συμμόρφωση.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία συστήνει την άμεση και συντονισμένη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο σε επίπεδο ελέγχου και επιβολής της νομοθεσίας, όσο και ως προς την αυστηροποίηση των διαδικασιών παρακολούθησης της τεχνικής καταλληλότητας των οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη σχολική μεταφορά.
Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να μελετηθεί και να υλοποιηθεί η επιβολή ουσιαστικών και αποτρεπτικών κυρώσεων στα ΙΚΤΕΟ, στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι ο διενεργούμενος τεχνικός έλεγχος δεν είναι αποτελεσματικός ή δεν ανταποκρίνεται στα καθορισμένα πρότυπα ποιότητας και αξιοπιστίας, καθώς και η επιβολή αντίστοιχων συνεπειών στις εταιρείες αναδόχους, λόγω μη συμμόρφωσής τους με τις οδηγίες του ΥΜΕΕ αναφορικά με την έγκαιρη προσέλευση των λεωφορείων για επιθεώρηση εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών.
Συστήνεται, επίσης, η διασφάλιση της πλήρους συμμόρφωσης των αναδόχων εταιρειών όσον αφορά στον άμεσο τερματισμό της χρήσης σχολικών λεωφορείων που έχουν χαρακτηριστεί ως ακατάλληλα, καθώς και η απαγόρευση της επανακυκλοφορίας τους μέχρι την εξασφάλιση νέου, έγκυρου πιστοποιητικού καταλληλότητας.
Παράλληλα, συστήνεται να προβλέπεται η άμεση ενημέρωση από τον Ανάδοχο, για την αντικατάσταση του ακατάλληλου λεωφορείου, τόσο του ΤΟΜ όσο και του οικείου σχολείου που εξυπηρετείται από το εν λόγω όχημα. Επιπλέον, να εφαρμόζονται αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις κυκλοφορίας οχημάτων χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό καταλληλότητας, περιλαμβανομένης της αναστολής ή/και ακύρωσης των σχετικών συμβάσεων μεταφοράς.
Τέλος, η ΕΥ συστήνει την εντατικοποίηση των ελέγχων από τους αρμόδιους Επόπτες επί των σχολικών λεωφορείων, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, ώστε να διασφαλίζεται ότι οχήματα με εκκρεμότητες ή χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό καταλληλότητας δεν συνεχίζουν να εκτελούν δρομολόγια.
Πηγή: ΚΥΠΕ












