Η δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να στηρίζεται σε ανθρώπους που εργάζονται με όρους προσωρινότητας, εξάντλησης και αβεβαιότητας. Πίσω από κάθε «κενό» που καλύπτεται υπάρχει ένας/μία εκπαιδευτικός που καλείται να αποδώσει στο μέγιστο, σε ένα σύστημα που τον/την αντιμετωπίζει ως αναλώσιμο. Και αυτό δεν είναι απλώς εργασιακό ζήτημα, είναι ζήτημα ποιότητας της εκπαίδευσης.
Η πρόσφατη διευθέτηση για τους εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου αποτελεί πρόοδο. Για χιλιάδες όμως συμβασιούχους και αντικαταστάτες εκπαιδευτικούς η πραγματικότητα παραμένει αμετάβλητη: αβεβαιότητα, εξάντληση και ένα σύστημα που επιμένει να λειτουργεί με πρόχειρες λύσεις σε μόνιμα προβλήματα.
Κάθε Σεπτέμβριο επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Εκπαιδευτικοί καλούνται να καλύψουν κενά σε κάθε γωνιά της Κύπρου, με μοναδική «επιλογή» τη γνώριμη φράση: «Αν θέλετε, αποδέχεστε, αλλιώς υπάρχει επόμενος/η». Σε ένα επάγγελμα που υποτίθεται ότι υπηρετεί αξίες, η αξιοπρέπεια μοιάζει να αποτελεί διαπραγματεύσιμο μέγεθος.
Η επίσημη γραμμή είναι γνωστή: «Υπομονή στην αρχή, θυσίες για λίγα χρόνια και μετά σταθερότητα». Μόνο που αυτή η υπόσχεση δεν ισχύει για όλους/όλες. Και όταν οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, παύουν να είναι κανόνες, αφού μετατρέπονται σε μηχανισμούς άνισης μεταχείρισης.
Η καθημερινότητα των συμβασιούχων και αντικαταστατών εκπαιδευτικών δεν είναι απλώς απαιτητική, είναι εξουθενωτική. Μετακινήσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων, ξύπνημα πριν ακόμη χαράξει, επιστροφή αργά το απόγευμα. Εκπαιδευτικοί που περνούν έως και πέντε ώρες την ημέρα στον δρόμο καλούνται να σταθούν στην τάξη με καθαρό μυαλό, ενέργεια και παιδαγωγική συνέπεια.
Και εδώ προκύπτει το καίριο ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά:
Μπορεί να υπάρξει ποιοτική εκπαίδευση μέσα από συνθήκες καθημερινής εξάντλησης; Στο ήδη βαρύ αυτό πλαίσιο προστίθεται και το οικονομικό κόστος με καύσιμα που προσεγγίζουν τα 500 ευρώ μηνιαίως, φθορές οχημάτων, συντηρήσεις, απρόβλεπτα έξοδα. Το σύστημα απαιτεί κινητικότητα, αλλά δεν τη στηρίζει. Απαιτεί ευελιξία, αλλά δεν την αναγνωρίζει. Απαιτεί αφοσίωση, αλλά δεν την εξασφαλίζει.
Η ψυχολογική πίεση είναι εξίσου έντονη. Οι εκπαιδευτικοί αυτοί ζουν σε ένα καθεστώς μόνιμης προσωρινότητας. Είναι οι «σημερινοί-αυριανοί», απαραίτητοι, αλλά όχι σταθεροί. Παρόντες, αλλά όχι πλήρως αποδεκτοί. Σε πολλές περιπτώσεις καλούνται να λειτουργήσουν χωρίς ουσιαστική ένταξη στο σχολικό περιβάλλον, με υπερβολικές αναπληρώσεις και με περιορισμένη αναγνώριση του έργου τους.
Και μέσα σε όλη αυτή την πραγματικότητα εμφανίζεται και η θεσμική ειρωνεία, αφού οι ασθένειες φαίνεται να έχουν ωράριο. Οι πρώτες και τελευταίες ημέρες της εβδομάδας θεωρούνται «ευαίσθητες», σαν και το ανθρώπινο σώμα λειτουργεί με διοικητικές ή στρατιωτικές οδηγίες. Δεν πρόκειται απλώς για υπερβολή, πρόκειται για ένδειξη μιας κουλτούρας που αντιμετωπίζει τον/την εκπαιδευτικό ως μέσο και όχι ως άνθρωπο.
Ασφαλώς, υπάρχουν και οι λαμπρές εξαιρέσεις. Σχολεία και διευθυντικές ομάδες που στηρίζουν, ενθαρρύνουν και αξιοποιούν. Όμως, ένα σύστημα δεν κρίνεται από τις φωτεινές του εξαιρέσεις, αλλά από τον κανόνα του.
Αυτός ο κανόνας λοιπόν σήμερα είναι ξεκάθαρος: Εκπαιδευτικοί πολλών ταχυτήτων. Άλλοι με σταθερότητα και προοπτική, άλλοι σε συνεχή μετακίνηση και αβεβαιότητα. Αυτή η συνθήκη δεν είναι μόνο άδικη, αλλά είναι βαθιά αντιεκπαιδευτική.
Σε μια περίοδο όπου η εκπαίδευση καλείται να διαχειριστεί σύνθετα κοινωνικά ζητήματα, ψυχική πίεση μαθητών και τη ραγδαία είσοδο της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, η αποδυνάμωση του ίδιου του εκπαιδευτικού αποτελεί στρατηγικό λάθος.
Όπως επισημαίνει ο Κώστας Στούπας στο βιβλίο του «Η Επερχόμενη Αταξία», «Παλιά, όταν ένας μαθητής είχε κακούς βαθμούς, αντιμετώπιζε την οργή των γονέων, σήμερα το πρόβλημα το αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί». Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση. Το σύστημα μεταφέρει δηλαδή ευθύνες εκεί όπου θα έπρεπε να προσφέρει στήριξη.
Αν θέλουμε επιτέλους σχολεία που να εμπνέουν, δεν μπορούμε να τα στηρίζουμε σε εξαντλημένους και ανασφαλείς εκπαιδευτικούς. Αν θέλουμε ποιότητα, πρέπει να επενδύσουμε στις συνθήκες εργασίας. Αν θέλουμε δικαιοσύνη, πρέπει να σταματήσουμε να κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής που κρατούν όρθια την εκπαίδευση.
Γιατί στο τέλος το ερώτημα που τίθεται δεν είναι πόσο αντέχουν οι εκπαιδευτικοί. Το ερώτημα είναι «Πόσο αντέχει ακόμη η εκπαίδευση, πριν αρχίσει να καταρρέει σιωπηλά μέσα στις ίδιες τις τάξεις;».
Άντρος Γ. Καραγιάννης, τέως Δήμαρχος Δερύνειας
Καθηγητής Αγγλικών με Σύμβαση, Γυμνάσιο Νεάπολης Λεμεσού











