Το Πρόβλημα.
Μπορεί ο Ελληνισμός σήμερα, να διατηρεί τον ίδιο τρόπο στρατηγικής διοίκησης όπως είχε πριν 50-100 χρόνια; Γιατί η Τουρκία εμφανίζεται να έχει μακροχρόνια ανυποχώρητη σταθερή στρατηγική ανά δεκαετίες, ενώ η ελληνική πλευρά υποχωρεί σταδιακά στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Τουρκίας; Γιατί φαίνεται ότι αγνοούμε τον ασύμμετρο και υβριδικό πόλεμο της Τουρκίας; Μήπως δεν τον αναγνωρίζουμε καν, επειδή είναι πολύπλοκος και πλέον αόρατος στο κοινό μάτι;
Αυτά και τόσα άλλα ερωτήματα δημιουργούνται συνήθως στα άτομα που ασχολούνται με τα Ελληνο-Τουρκικά και προσπαθούν να κάνουν μία τυπική ανάλυση. Ένας απλός παρατηρητής αντιλαμβάνεται ότι σαν Ελληνισμός έχουμε ένα κενό. Ένα κενό το οποίο δύσκολα διαφαίνεται, αφού κάποιοι θα σου πουν ότι υπάρχουν στρατηγικές και «εθνικές στρατηγικές» για τα πάντα, αλλά αυτές οι στρατηγικές δεν παράγονται από τον Ελληνισμό για τον Ελληνισμό αλλά εισάγονται έξωθεν, είτε από Αμερική είτε από Ε.Ε, που πολλές φορές δεν εξυπηρετούν την ίδια.
Κάνουμε το λάθος όμως να θεωρούμε αυτές τις ατζέντες αυτόματα και μέρος της δικής μας υψηλής στρατηγικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
- Η στρατηγική της Ευρώπης για μηδενικούς ρύπους μέχρι το 2050, θεωρούμε ότι είναι και δική μας εθνική πολιτική, ενώ η ίδια η Ε.Ε έχει ήδη αποβιομηχανοποιηθεί και έχει δημιουργήσει πλέον τεράστιες εξαρτήσεις από τρίτα κράτη για την συντήρηση της. Εξαρτάται από άλλες χώρες για την άμυνά της, όπως τις Η.Π.Α στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Ενώ από την άλλη εξαρτάται για την κατανάλωσή της από την παραγωγική βάση της Κίνας, μεταφέροντας παράλληλα και τον πλούτο από Δύση στην Ασία.
- Η στρατηγική για την Ισότητα της Ε.Ε για τους ΛΟΑΤΚΙ+ ( Equality Strategy 2026-2030) που δεν συνδέεται με τις υπαρξιακές προτεραιότητες του Ελληνισμού.
Αυτά δεν είναι εθνικές ατζέντες, γιατί δεν έχουν να κάνουν με την στρατηγική ενίσχυση του Ελληνισμού ή του Ελληνικού κράτους. Δεν είναι απαίτηση του ελληνικού ή κυπριακού λαού που δοκιμάζεται από διάφορες προκλήσεις. Αυτές οι ατζέντες δεν ασχολούνται με τους παράγοντες ισχύος ή παράγοντες επιβίωσης του Ελληνισμού, ιδιαίτερα δε όταν πλέον υπάρχουν υπαρξιακά ζητήματα που θα έπρεπε να τεθούν στην κορυφή της στρατηγικής ατζέντας.
Αυτά τα υπαρξιακά ζητήματα μπορούν να συμπτυχθούν κυρίως σε δύο πυλώνες: τις εσωτερικές και εξωτερικές απειλές. Όσο αφορά τις εσωτερικές, αυτές είναι κυρίως η υπογεννητικότητα και η μετανάστευση, δηλαδή το δημογραφικό. Ενώ όσο αφορά τις εξωτερικές απειλές, αυτές αφορούν κυρίως την Τουρκία. Παράλληλα, τα ζωτικά προβλήματα δεν περιορίζονται σε αυτούς τους πυλώνες, αλλά εύκολα κάποιος μπορεί να δει την επέκτασή τους σε άλλους τομείς, όπως την οικονομία-ενέργεια, άμυνα, βιομηχανική αυτάρκεια, το επίπεδο ουσιαστικής παιδείας αλλά και άλλων κοινωνικών θεμάτων, που όλα μαζί αλληλεπιδρούν και ανατροφοδοτούν το ένα το άλλο.
Το ερώτημα που ξανά πρέπει να θέσουμε: Έχουμε τους μηχανισμούς να απαντήσουμε σε αυτά τα μακροχρόνια προβλήματα ή όχι; Έχουμε τα στρατηγικά κέντρα που να παράγουν υψηλή ολιστική στρατηγική, αλλά παράλληλα να έχουν την δυνατότητα να την μετρούν και να την εφαρμόζουν;
«Η Ελλάδα είναι θεσμικά ανοχύρωτη σε θέματα Εθνικής Ασφάλειας»[1]
Στην Ελλάδα, η υψηλή στρατηγική περιορίζεται, φαίνεται, στο ΚΥΣΕΑ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας), αλλά και στον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Για το ΚΥΣΕΑ όμως είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία συνάντηση τύπου «meeting» υπουργών και κάποιων στελεχών της ΕΥΠ (Ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών). Αυτό από μόνο του δεν μπορεί να παράξει ή να εκπονήσει σχέδια υψηλής στρατηγικής, όπως τα αντίστοιχα Κέντρα Εθνικής Ασφαλείας άλλων χωρών, όπως το National Security Council (NSC) των Η.Π.Α. Το ΚΥΣΕΑ δεν έχει τα μέσα ή τις επιτροπές που να ασχολούνται με κάθε παράγοντα ισχύος, που θα έπρεπε να είναι η κύρια μέριμνα, αλλά ούτε έχει τα κονδύλια, το προσωπικό, να λειτουργεί ως κέντρο διαχείρισης κρίσεων σε στενή συνεργασία με την ΕΥΠ.
Στην Κύπρο τα πράγματα όμως δεν είναι καλύτερα. Στο κυπριακό σύστημα βλέπουμε παραλλαγές με το ελλαδικό σύστημα, με τις όποιες στρατηγικές αποφάσεις να περιορίζονται σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου και Προέδρου.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό που είναι εκ φύσεως δομικό και όχι πολιτικό. Η όποια μακροχρόνια στρατηγική περιορίζεται στην θητεία της εκάστοτε κυβέρνησης, αν υπάρχει βεβαίως, που δεν μπορεί να ξεπερνά τα 4-5 χρόνια ως ορίζοντα στην καλύτερη, ελπίζοντας σε ένα φωτισμένο ηγέτη. Νέες κυβερνήσεις θέτουν δική τους στρατηγική ανάλογα κάθε φορά με την ιδεολογική τους κατεύθυνση, χωρίς απαραίτητα να τεκμηριώνεται επιστημονικά ή ότι αυτή η κατεύθυνση είναι και εθνικά συμφέρουσα.
Σημαντικό να λεχθεί όμως ότι τα κράτη δεν είναι ανθρώπινες οντότητες, με περιορισμένο ορίζοντα 5-10 χρόνια, αλλά θα πρέπει να θεωρούνται το λιγότερο αιώνιες, με τον στρατηγικό ορίζοντα τουλάχιστον την εικοσαετία, αγνοώντας και τους εκλογικούς κύκλους, που φαίνεται σήμερα ότι είναι η κύρια μέριμνα της εκάστοτε κομματικής διακυβέρνησης.
« Η έρευνα για την εκπόνηση ενός αμυντικού δόγματος πρέπει να διεξαχθεί με προοπτική εικοσαετίας τουλάχιστον» –
Ιωάννης Μάζης.[2]
Η Λύση.
Εκείνο που χρειάζεται είναι να δημιουργηθούν στρατηγικά κέντρα που θα μεριμνούν για την μακροχρόνια στρατηγική, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Ιδανικά αυτά τα στρατηγικά κέντρα της Ελλάδας- Κύπρου, να συντονίζονται μεταξύ τους ανατροφοδοτόντας πληροφορίες 24/7, αποφεύγοντας την στρατηγική «σαλαμοποίησης» εκ μέρους της Τουρκίας, που δεν είναι άλλη από την απομόνωση των δύο Ελληνικών κρατών προς αποδυνάμωσή τους.
Αυτά τα στρατηγικά κέντρα ή πιο σωστά Εθνικά Συμβούλια Ασφαλείας (ΕΣΑ), πρέπει να έχουν κύρια μέριμνα τους παράγοντες ισχύος του κράτους, όπως οικονομική ισχύς, πληθυσμιακή ισχύς, στρατιωτική ισχύ, ενεργειακή αυτάρκεια, πολιτισμική ισχύ, διπλωματική ισχύ κ.λ.π, με εξειδικευμένες επιτροπές που θα ασχολούνται συστηματικά με κάθε παράγοντα ισχύος. Παράλληλα, θα ενισχύουν την υψηλή τους στρατηγική, με ισχυρά κέντρα πληροφόρησης σε στενή συνεργασία με ΕΥΠ/ΚΥΠ, διαδραματίζοντας και καίριο ρόλο στην διαχείριση κρίσεων. Το ΕΣΑ θα έχει την υποχρέωση και σημαντικό ρόλο για την εκπόνηση στρατηγικής μελέτης με 20ετή ορίζοντα, με ετήσιες αναθεωρήσεις ανάλογα με τις εξελίξεις και θα αποτελεί την θεσμική μνήμη (continuity), ενώ θα είναι ανεξάρτητο από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να βγούμε από το στρατηγικό τέλμα και θα επιβάλουμε υψηλή στρατηγική σε ένα υπάρχον πολιτικό σύστημα που υπολείπεται στοιχειώδους κουλτούρας μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και προνοητικότητας, οδηγώντας τον Ελληνισμό από την μία στρατηγική ήττα στην άλλη.
Ζήνωνας Μιχαηλίδης
26/02/2026
[1] Κουκάκης, Γ., & Πικραμένος, Κ. (2023). Εθνική ασφάλεια: Μύθοι και πραγματικότητα. Αθήνα: Ινφογνώμων Εκδόσεις & Media.
[2] Μάζης, Ιωάννης Θ. (2006). Γεωπολιτική προσέγγιση για ένα νέο ελληνικό αμυντικό δόγμα. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, σσ. 288.)











